Ποια είναι η διαφορά μεταξύ μνήμης DDR, DDR2, DDR3 και DDR4;

σ.σ. Έχει γίνει προσπάθεια οι όροι να αποδοθούν και στα Ελληνικά

Η μνήμη RAM, όρος που σημαίνει μνήμη τυχαίας προσπέλασης (Random Access Ram), είναι ένα βραχυπρόθεσμο μέσο αποθήκευσης που χρησιμοποιεί ο υπολογιστής σας για τις διαδικασίες που εκτελούνται. Ίσως να μην σκέφτεστε και πολλά για τη μνήμη RAM εκτός από το ποσό της όταν αγοράζετε έναν νέο υπολογιστή.

Αλλά δεν είναι όλες οι μνήμες RAM ίδιες. Διαφορετικές γενιές μνήμης RAM παρέχουν διαφορετικές ταχύτητες και είναι συμβατές μόνο με ορισμένα συστήματα. Ακολουθούν οι διαφορές μεταξύ μνήμης DDR2 και DDR3 RAM, σε σύγκριση με την πιο πρόσφατη μνήμη DDR4 RAM.

 

Τι είναι η DDR RAM;

Εάν δεν έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τους υπολογιστές ίσως να μην ξέρετε τι σημαίνει “DDR”. Αυτή η συντομογραφία σημαίνει Double Data Rate, ή στα ελληνικά διπλός ρυθμός δεδομένων .

Με απλά λόγια, η λειτουργία με ρυθμό διπλών δεδομένων σημαίνει ότι η RAM μπορεί να μεταφέρει δεδομένα δύο φορές ανά κύκλο ρολογιού (clock cycle). Όπως ίσως γνωρίζετε, όλα τα δεδομένα σε έναν υπολογιστή είναι ψηφιακά, που σημαίνει ότι αντιπροσωπεύονται από 1 (on) ή 0 (off).

Ένας κύκλος ρολογιού αντιπροσωπεύεται από το σήμα του CPU που πηγαίνει από το off προς το on και ξανά πίσω. Αυτό συνήθως μετριέται από το μέσο της διαδρομής, όπως μπορείτε να δείτε στο παρακάτω διάγραμμα.

Εικόνα: MisterSanderson / Wikimedia Commons

Αυτός ο ρυθμός διπλών δεδομένων είναι μια σημαντική αναβάθμιση από την παλιά μνήμη RAM (μονή ταχύτητα δεδομένων), η οποία λειτουργεί μόνο μία φορά ανά κύκλο ρολογιού. Η αρχική μνήμη DDR RAM έγινε αρχικά γενικά διαθέσιμη το 2000 και όπως η μνήμη SDR RAM είναι πλέον παρωχημένη. Σχεδόν όλη η μνήμη RAM που θα βρείτε διαθέσιμη τώρα είναι κάποιας γενιάς DDR.

Αλλά γιατί αλλάζουν αυτές οι γενιές μνήμης RAM;

 

Εξήγηση των γενιών μνημών

Η αρχική μνήμη DDR RAM αντικαταστάθηκε από την DDR2, DDR3 και τώρα την DDR4. Αυτές είναι όλες οι μελλοντικές γενιές της ίδιας τεχνολογίας με μεγαλύτερη ταχύτητα και άλλες βελτιώσεις και έχουν όλες το ίδιο μέγεθος.

Αυτό δεν είναι καθόλου ασυνηθιστο, καθώς πολλά πρότυπα υπολογιστών εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Αλλά ίσως να αναρωτηθείτε από πού προέρχονται οι DDR2 και DDR3 και γιατί προέκυψαν.

Η δημιουργία της μνήμης RAM που χρησιμοποιείται σε έναν υπολογιστή είναι στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη επεξεργαστών και μητρικών καρτών. Καθώς οι εταιρείες όπως η Intel κυκλοφορούν επεξεργαστές νέας τεχνολογίας, χρειάζονται νέα chipsets μητρικής πλακέτας. Πρόκειται για ένα σύνολο ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που επιτρέπουν σε όλα τα μέρη ενός υπολογιστή να επικοινωνούν σωστά μεταξύ τους.

Οι νέες γενιές μνήμης RAM είναι απαραίτητες για την λειτουργία με τα τελευταία chipsets. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε δει DDR2, DDR3 και DDR4 RAM μετά την αρχική γενιά. Χωρίς αυτές τις εξελίξεις, δεν θα μπορούσαμε να βάλουμε RAM σε νεότερα συστήματα.

Είναι σημαντικό ότι η μνήμη RAM δεν είναι συμβατή προς τα πίσω ή προς τα εμπρός. Εάν η μητρική πλακέτα σας έχει σχεδιαστεί για DDR4 RAM, η μνήμη DDR3 RAM απλά δεν θα λειτουργήσει σε αυτήν. Είναι επομένως ζωτικής σημασίας κατά την κατασκευή ή την αναβάθμιση ενός υπολογιστή που αγοράζετε η σωστή γενιά μνήμης RAM για συμβατότητα.

Κάθε γενιά μνήμης RAM έχει την εγκοπή της σε μια ελαφρώς διαφορετική θέση, οπότε είναι αδύνατο να τοποθετήσετε τον λάθος τύπο στον υπολογιστή σας.

 

DDR2 vs DDR3 RAM

Μπορεί να αναρωτιέστε πώς συνυπάρχουν οι νεότερες γενιές της DDR RAM. Ας δούμε πρώτα τις διαφορές DDR2 και DDR3 RAM. Παρόλο που είναι απίθανο να βρείτε DDR2 RAM σε πολλούς υπολογιστές σήμερα (έγινε διαθέσιμη το 2004) είναι ακόμα χρήσιμη για μέτρο σύγκρισης.

Ενώ η αρχική γενιά DDR RAM έκανε δύο μεταφορές δεδομένων ανά κύκλο ρολογιού, η μνήμη DDR2 RAM μπορεί να παράγει τέσσερις μεταφορές ανά κύκλο. Η DDR3 πάει ακόμα παραπέρα, καθώς μπορεί να κάνει οκτώ μεταφορές για κάθε κύκλο ρολογιού.

Όταν πρόκειται για ταχύτητα, η DDR3 είναι εκπληκτικά πιο γρήγορη. Ένας τρόπος για να μετρήσετε την ταχύτητα RAM είναι με την μονάδα μέτρησης “megatransfers ανά δευτερόλεπτο”, ή MT / s. Αυτό αναφέρεται στον αριθμό των λειτουργιών που μπορεί να ολοκληρώσει η μνήμη RAM κάθε δευτερόλεπτο. 1MT / s είναι ένα εκατομμύριο μεταφορές ανά δευτερόλεπτο.

Ενώ η μνήμη DDR2 RAM έχει ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων που κυμαίνονται από 400 έως 1.066MT / s, η DDR3 μεταφέρει δεδομένα στα 800 έως 2.133MT / s.

Η τάση είναι μια άλλη σημαντική πτυχή των γενιών RAM. Η DDR2 RAM χρησιμοποιεί 1.8V, ενώ η DDR3 είναι λίγο χαμηλότερα στα 1.5V. Η χαμηλότερη τάση σημαίνει ότι η μνήμη RAM χρησιμοποιεί λιγότερη ενέργεια, μειώνοντας έτσι τον φόρτο του CPU.

Μπορείτε να βρείτε sticks / στικάκια / ντιμάκια (πείτε τα όπως τα ξέρετε) DDR2 RAM που είναι 4GB, αλλά το πιο συνηθισμένο μέγιστο είναι 2GB. Πρακτικά, η μνήμη DDR3 RAM έχει 8GB ανά στικάκι, αν και είναι διαθέσιμες κάποιες με 16GB.

 

DDR3 και DDR4 RAM

Συνεχίζοντας με το θέμα μας για τις διαφορές RAM, τι γίνεται σήμερα με την DDR4 RAM; Η DDR3 εμφανίστηκε το 2007 και ενώ εξακολουθεί να χρησιμοποιείται με κάποια παλαιότερα συστήματα σήμερα, η DDR4 έχει γίνει το πρότυπο.

Η DDR4 τρέχει με ακόμη χαμηλότερη τάση από την DDR3, με μόλις 1,2V. Είναι επίσης ικανή για περισσότερες λειτουργίες ανά δευτερόλεπτο, που κυμαίνονται από 1.600MT / s έως 3.200MT / s.

Η Samsung έχει κυκλοφορήσει ένα στικάκι της DDR4 RAM 32GB, αλλά είναι αρκετά ακριβό. Το μέγιστο που θα δείτε στη αγορά είναι συνήθως 16GB.

 

Σύντομα κοντά σας: DDR5 RAM

Τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, η DDR4 RAM είναι το πρότυπο. Ωστόσο, η DDR5 βρίσκεται στον ορίζοντα και αναμένεται να εμφανιστεί στην αγορά κάπου το 2020.

Πιθανόν να περάσουν μερικά χρόνια πριν η DDR5 γίνει στάνταρ, οπότε είναι μπορείτε τώρα να προχωρήσετε στην αγορά ενός συστήματος με μνήμη DDR4 χωρίς να φοβάστε ότι σύντομα θα είναι παρωχημένο.

 

Πώς οι διαφορές στις μνήμες επηρεάζουν τον χρήστη

Έχει γίνει αναφορά σε πολλούς όρους ήδη παραπάνω αλλά δεν πρέπει να αισθάνεστε προβληματισμένοι. Ο μέσος χρήστης δεν θα πρέπει ποτέ να ανησυχεί για το ποια γενιά μνήμης RAM πρέπει να αγοράσει. Μπορείτε απλά να αφήσετε τη μητρική πλακέτα / επεξεργαστή που θέλετε να αγοράσετε να υπαγορεύσει τι μνήμη RAM θα πάρετε. Κατά την κατασκευή (build) ενός υπολογιστή σήμερα, σχεδόν σίγουρα θα έχετε μια σύστημα που χρησιμοποιεί DDR4 RAM.

Μπορεί να αναρωτιέστε πώς οι διαφορετικές γενιές RAM επηρεάζουν την απόδοση. Για τον μέσο χρήστη, πραγματικά δεν θα υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η DDR4 είναι θεωρητικά ταχύτερη από το DDR3, αλλά δεν συμβαίνει συχνά ότι η ταχύτητα της RAM να προκαλεί συμφόρηση (bottleneck) στο σύστημά σας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, άλλες αναβαθμίσεις θα βελτιώσουν την απόδοση του υπολογιστή σας περισσότερο . Η αλλαγή ενός παλιού σκληρού δίσκου σε ένα SSD, η προσθήκη περισσότερης συνολικής μνήμης RAM ή η αναβάθμιση του επεξεργαστή σας θα έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση από την ελαφρώς ταχύτερη μνήμη RAM.

Στην μόνη ουσιαστικά περίπτωση όπου η μνήμη RAM έχει πράγματι μεγάλη σημασία είναι σε βαριά χρήση, όπως σε διακομιστές (servers). Αυτά τα μηχανήματα επεξεργάζονται συνέχεια μεγάλα φορτία δεδομένων, πράγμα που σημαίνει ότι η απόδοση είναι ζωτικής σημασίας.

Σε κανονική χρήση, δύσκολα θα δείτε τη διαφορά μεταξύ δύο συστημάτων με πανομοιότυπα στατιστικά στοιχεία εκτός από τη διαφορά γενιάς μνήμης RAM.

 

Άλλες σημαντικές πτυχές της μνήμης RAM

Αν αγοράσετε έναν έτοιμο υπολογιστή από κατάστημα, τα πάντα είναι ήδη συναρμολογημένα, οπότε δεν υπάρχει καμία ανησυχία. Αλλά αν χτίζετε το δικό σας PC, θα πρέπει να γνωρίζετε άλλες παραμέτρους που έχουν οι μνήμες RAM εκτός από τη γενιά στην οποία έχουμε επικεντρωθεί εδώ.

 

DDR vs. DDR2 vs. DDR3 vs. DDR4:  

Τώρα γνωρίζετε τις βασικές διαφορές μεταξύ της DDR2 της DDR3 καθώς και της DDR4.

Στην ουσία, οι DDR2, DDR3 και οι υπόλοιπες είναι βελτιώσεις στην ίδια τεχνολογία. Εκτός από τη διασφάλιση ότι αγοράζετε μνήμη RAM συμβατή με το σύστημά σας (με προτίμηση να είναι της τελευταίας γενιάς), δεν χρειάζεται να ανησυχείτε πολύ για αυτό, αλλά είναι χρήσιμο να ξέρετε τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι αριθμοί και οι παράμετροι που αναγράφονται επάνω στα στικάκια της μνήμης RAM.

Τι είναι τα τόρρεντ – Πως λειτουργούν

Τα Torrents είναι η πιο δημοφιλής μορφή της σύγχρονης P2P (peer-to-peer) ανταλλαγής αρχείων

Από το 2006, τα torrents είναι το κύριο μέσο για όλους τους χρήστες για το κατέβασμα λογισμικού μουσικής, ταινιών και βιβλίων σε ψηφιακή μορφή στο διαδίκτυο. Τα torrents βρίσκονται στο

στόχαστρων όλων των εταιριών προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων καθότι πολλές φορές το

περιεχόμενο που διακινείται είναι πειρατικό.

Τα Torrents λειτουργούν κατεβάζοντας μικρά κομμάτια αρχείων από πολλές διαφορετικές πηγές την ίδια στιγμή. Είναι εξαιρετικά εύκολα στην χρήση και οι σελίδες όπου μπορούν οι χρήστες να τα αναζητήσουν είναι δωρεάν.

Τα torrents έκαναν την εμφανισή τους πρώτη φορά το 2001. Ενας προγραμματιστής ο Bram Cohen, δημιούργησε την τεχνολογία με την πρόθεση να τη μοιραστεί με όλους. Η δημοτικότητα του έχει απογειωθεί από το 2005. Η κοινότητα torrents έχει πλέον εξελιχθεί σε εκατομμύρια χρήστες σε όλο τον κόσμο από το 2009. Επειδή τα torrents μπορούν να ελέγχουν ψέυτικα και μολυσμένα αρχεία είναι ως επί το πλείστον χωρίς adware / spyware, και να επιτυγχάνουν εκπληκτικές ταχύτητες λήψης, Η δημοτικότητα των torrents εξακολουθεί να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Με τις σύγχρονες μεγάλες ταχύτητες το κατέβασμα torrents είναι η πιο δημοφιλής δραστηριότητα στο Διαδίκτυο σήμερα.

Όπως και τα άλλα παλαιότερα file-sharing δίκτυα (Kazaa, Limewire, Gnutella, eDonkey, και Shareaza) πρωταρχικός σκοπός των torrents είναι να διανέμoυν μεγάλα αρχεία πολυμέσων σε ιδιώτες χρήστες.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα P2P δίκτυα, ωστόσο, τα torrents ξεχωρίζουν για 5 βασικούς λόγους:

Tο δίκτυο των torrents δεν λειτουργεί σαν μία κλειστή κοινότητα όπου απαιτείται εγγραφή. Αντ ‘αυτού, βασίζεται σε μία αληθινή Peer-to-Peer δικτύωση, όπου οι ίδιοι οι χρήστες κάνουν την πραγματική μεταφορά αρχείων.

Σχεδιάγραμμα για την λειτουργία του P2P δίκτυου. Ουσιαστικά όλοι οι χρήστες μοιράζονται το αρχείο κατεβάζοντας τα μέρη του αρχείου που τους λείπουν ενώ ταυτόχρονα στέλνουν μέρη του αρχείου σε άλλους χρήστες που τα χρειάζονται.

 

Τα torrents περνούν από ποιοτικό έλεγχο φιλτράροντας κατεστραμμένα και εικονικά αρχεία, εξασφαλίζοντας ότι οι λήψεις περιέχουν μόνον ό, τι ισχυρίζονται ότι περιέχουν. Εξακολουθεί να υπάρχει κάποια κατάχρηση του συστήματος, αλλά αν χρησιμοποιείτε μια κοινότητα torrents, στα σχόλια οι άλλοι χρήστες θα σας προειδοποιήσουν όταν ένα torrent είναι πλαστό η εικονικό.

Τα torrents ενθαρρύνουν ενεργά τους χρήστες να μοιράζονται αρχεία και να έχουν έτσι μεγαλύτερη ταχύτητα ενώ ταυτόχρονα μειώνει την ταχύτητα σε αυτούς που δεν μοιράζουν.

Τα torrents μπορούν να επιτύχουν ταχύτητες πάνω από 1,5 megabits ανά δευτερόλεπτο.

Ο κώδικας των torrents είναι open-source (ελεύθερος), χωρίς διαφημίσεις, και adware / spyware-free. Αυτό σημαίνει ότι κανένα μεμονωμένο άτομο δεν ωφελείται από αυτόν.

Τι είναι η μνήμη Optane της Intel;

Τι είναι η μνήμη Optane της Intel;

Στην προσπάθεια για ολοένα και πιο γρήγορους υπολογιστές, η Intel εισάγει συνεχώς νέες αναβαθμίσεις στα προϊόντα της για να προσπαθήσει να πάρει λίγα επιπλέον χρήματα από τους λάτρεις των υπολογιστών και τους εταιρικούς πελάτες. Μία από τις πιο πρόσφατες παρουσιάσεις της εταιρείας ήταν η επώνυμη μνήμη Optane, που ξεκίνησε παράλληλα με την έβδομη γενιά επεξεργαστών σειράς Core.

Δυστυχώς, η Optane ως τεχνολογία και εφαρμογή είναι αρκετά συγκεχυμένη, ακόμα και όταν πληρείτε τις βασικές απαιτήσεις. Εδώ είναι όλες οι πληροφορίες για το τι κάνει η μνήμη Optane τώρα και τι θα μπορούσε να γίνει αργότερα.

Τι είναι η μνήμη Optane

Το Optane είναι ο όρος εμπορικού σήματος της Intel για μια νέα κατηγορία υπερ-γρήγορων μονάδων μνήμης. Το όνομα αναφέρεται ειδικά στη μνήμη, όχι σε μεμονωμένη μορφή, αλλά αυτή τη στιγμή κυκλοφορεί κυρίως σε εξειδικευμένη κάρτα M.2, συμβατή μόνο με υποστηριζόμενες μητρικές κάρτες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν επεξεργαστές Intel 7th-gen Core (i3, i5 και i7 τσιπ στη σειρά 7XXX). Η μνήμη Optane χρησιμοποιεί τεχνικές κατασκευής 3D NAND και διάφορες τεχνολογίες για να επιτύχει εξαιρετικά χαμηλή λανθάνουσα κατάσταση απόκρισης (low latency) – τόσο γρήγορα όσο 10 μικροδευτερόλεπτα.

Τι δεν είναι η Optane

Η μνήμη Optane δεν είναι ένας τύπος συμβατικής μνήμης υπολογιστή τυχαίας προσπέλασης ή μνήμης (RAM) και δεν είναι μια τεχνολογία που χρησιμοποιείται για συμβατική αποθήκευση – τουλάχιστον όχι σε καταναλωτικό επίπεδο, και όχι ακόμα. Αντ ‘αυτού, οι μονάδες M.2 Optane που πωλούνται σε χωρητικότητες 16GB και 32GB προορίζονται να λειτουργήσουν ως γέφυρα μνήμης cache μεταξύ μνήμης RAM και αποθήκευσης, επιτρέποντας ταχύτερη μεταφορά δεδομένων μεταξύ της μνήμης, της αποθήκευσης και του επεξεργαστή. Αυτό επιταχύνει περισσότερο ή λιγότερο κάθε λειτουργία για τον χρήστη, ειδικά όταν συνδυάζεται με λογισμικό προσωρινής αποθήκευσης που αποθηκεύει έξυπνα τα σχετικά δεδομένα στη μονάδα Optane για σχεδόν άμεση ανάκτηση.

Φανταστείτε ένα πρόσθετο μνήμης Optane ως υπερτροφοδότη (turbo) για έναν συμβατικό κινητήρα αυτοκινήτου: δεν είναι ένα απαραίτητο για να λειτουργήσει ο κινητήρας και δεν αντικαθιστά κανένα υπάρχον κομμάτι, αλλά κάνει όλο το σύστημα να τρέχει γρηγορότερα.

Η ιδέα της χρήσης μιας μικρής υπερ-γρήγορης μνήμης αποθήκευσης flash για την αύξηση της απόδοσης μιας μονάδας αποθήκευσης (π.χ σκληρού δίσκου) δεν είναι καινούργια. Στην πραγματικότητα, η Optane είναι ουσιαστικά μια έκδοση επόμενης γενιάς της τεχνολογίας έξυπνης απόκρισης (SRT) της Intel, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα φθηνό δίσκο SSD μικρής χωρητικότητας για τη δημιουργία προσωρινών δεδομένων για βραδύτερους συμβατικούς σκληρούς δίσκους μεγάλης χωρητικότητας. Η διαφορά είναι ότι η Optane χρησιμοποιεί μνήμη που κατασκευάζεται και πωλείται από την Intel, σε συνδυασμό με ειδικά εξαρτήματα υλικού και λογισμικού σε συμβατές μητρικές πλακέτες.

Γιατί δεν δημιούργησε η Intel απλά ταχύτερες μονάδες αποθήκευσης;

Ενώ η Optane περιορίζεται επί του παρόντος στις υπερ-γρήγορες μονάδες μνήμης cache μνήμης M.2 για οικιακούς καταναλωτές, η Intel πωλεί ήδη μονάδες αποθήκευσης “Optane” για server . Αυτές είναι πιο κοντά στους συμβατικούς SSD, φέρνοντας αυτή την γρήγορη μνήμη μέσα στην ίδιο το μέσο αποθήκευσης του server.

Αυτή τη στιγμή, η μοναδική μονάδα αποθήκευσης Optane για server έχει χορητικότητα 375GB, μπαίνει σε υποδοχή PCI express και οι εν λόγω δίσκοι πωλούνται χιλιάδες ευρώ. Οπότε δεν αποτελεί επιλογή για να φτιάξετε ένα οικιακό σύστημα.

Η Intel ανέφερε ότι οι μονάδες αποθήκευσης με επωνυμία Optane, τόσο με υποδοχή M.2 όσο και σε πιο τυποποιημένη μορφή SSD 2,5 ιντσών, θα φτάσουν στην αγορά σύντομα.

Μπορώ να χρησιμοποιήσω μνήμη Optane αντί DRAM ή μονάδας SSD;

Όχι. Οι μονάδες 16GB και 32GB Optane M.2 που πωλούνται αυτήν τη στιγμή δεν λειτουργούν ως κύρια μνήμη του υπολογιστή και δεν αντικαθιστούν μια πλήρη μονάδα αποθήκευσης.

Πόσο γρηγορότερα μπορεί η Optane να κάνει τον υπολογιστή μου;

Σύμφωνα με το υλικό μάρκετινγκ της Intel , η προσθήκη μιας μονάδας μνήμης Optane M.2 σε μια μητρική πλακέτα 7ης γενιάς μπορεί να επιταχύνει τη συνολική απόδοση κατά 28%, με 1400% αύξηση της πρόσβασης σε δεδομένα για ένα παλαιότερο σχεδιασμό σκληρού δίσκου και ” δύο φορές πιο γρήγορη ανταπόκριση “των καθημερινών εφραμογών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί βασίζονται σε μια σειρά αποτελεσμάτων απο προγράμματα μέτρησης επιδόσεων υπολογιστών (benchmarks) όπως το SYSmarker 2014 SE Response και το PCMark Vantage HDD Suite, έτσι ώστε να είναι αρκετά αξιόπιστα.

Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε δεν είναι τελευταίας τεχνολογίας: η Intel χρησιμοποίησε έναν επεξεργαστή Core i5-7500 μεσαίας εμβέλειας, 8GB μνήμης DDR4-2400 και έναν συμβατικό σκληρό δίσκο 1TB με ταχύτητα 7200RPM. Αυτό είναι ένα αξιοπρεπές σύστημα, αλλά χωρίς το πρόσθετο Optane σχεδόν οποιοσδήποτε υπολογιστής με έναν δίσκο SSD θα έχει καλύτερη απόδοση και ταχύτητα.

Η Anandtech έκανε μια σειρά από πιο εντατικά σημεία αναφοράς χρησιμοποιώντας το ίδιο τεστ SYSmark 2014. Διαπίστωσε ότι ο συνδυασμός μίας μονάδας μνήμης Optane με έναν συμβατικό περιστρεφόμενο σκληρό δίσκο θα μπορούσε πράγματι να αυξήσει τη συνολική απόδοση του συστήματος, σε ορισμένες περιπτώσεις κάνοντας το ακόμα πιο γρήγορο και από ένα σύστημα εξοπλισμένο με δίσκο SSD.

Σε κάθε περίπτωση, η απόδοση ήταν αρκετά κοντά ώστε μια ένα σύστημα με δίσκο SSD να είναι προτιμότερο από ένα σύστημα με ένα σκληρό δίσκο συν την μονάδα μνήμης Optane, ειδικά εάν μπορείτε να δαπανήσετε και για έναν μεγαλύτερο συμβατικό δίσκο 1TB ή μεγαλύτερο δίσκο SSD. Οι βελτιώσεις στην απόδοση κατά την αντιστοίχιση μονάδας αποθήκευσης Optane με SSD θα είναι υπάρχουν αλλά δεν θα είναι μεγάλες.

Με βάση αυτά τα ευρήματα (και στους περιορισμούς στην επόμενη ενότητα), το Optane είναι ιδανικό για κάποιον που θέλει να χρησιμοποιήσει έναν ενιαίο, μεγάλο σκληρό δίσκο με το σύστημά του αντί για μικρότερο αλλά πιο γρήγορο SSD.

Ποια είναι τα μειονεκτήματα;

Δεδομένου ότι οι ενότητες Optane είναι σχετικά φθηνά πρόσθετα επιδόσεων – κατά τη στιγμή που γράφουμε αυτό το άρθρο – μπορεί να φαίνεται καλή επιλογή αλλά έχετε στο μυαλό σας μερικά πράγματα.

Θα χρειαστείτε τον τελευταίο επεξεργαστή της έβδομης γενιάς και μια συμβατή μητρική πλακέτα για να το εκμεταλλευτείτε. Επίσης αν και η Intel ενισχύει τις επιδόσεις στο πλαίσιο της διαφήμισης ωστόσο ακόμα και σχετικά παλιά συστήματα εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις με ένα συμβατικό δίσκο χωρίς να έχουν καν δίσκο SSD. Το Optane αυξάνει επίσης σημαντικά την κατανάλωση ενέργειας.

Τι γίνεται με τα συστήματα συνδυασμού, τα οποία χρησιμοποιούν ένα SSD ως πρωτεύον “OS” δίσκο και έναν μεγαλύτερο σκληρό συμβατικό δίσκο για αποθήκευση αρχείων;

Συγνώμη όχι. Το σύστημα Optane συνεργάζεται μόνο με την πρωτεύουσα μονάδα OS και ακόμη και μόνο με το πρωτεύον διαμέρισμα. Μπορείτε να εγκαταστήσετε την μνήμη Optane σε ένα PC που χρησιμοποιεί τόσο χώρο αποθήκευσης SSD όσο και σκληρού δίσκου, αλλά δεν θα βελτιώσει καθόλου τη ταχύτητα της μονάδας δευτερεύουσας αποθήκευσης. Τα χρήματά σας θα δαπανηθούν καλύτερα σε περισσότερη μνήμη RAM ή σε μεγαλύτερο αρχικό SSD εάν χτίζετε έναν υπολογιστή από το μηδέν.

Ποιες είναι οι απαιτήσεις υλικού;

Πρώτα απ ‘όλα, χρειάζεστε ένα τσιπ Intel Core 7ης γενιάς. Αυτός είναι οποιοσδήποτε επεξεργαστής desktop σε επεξεργαστές Core i3, i5 και i7 με αριθμό μοντέλου στη μορφή 7XXX.

Προφανώς θα χρειαστείτε μια συμβατή μητρική πλακέτα, αλλά αυτή η μητρική πλακέτα χρειάζεται επίσης ένα chipset της Intel που υποστηρίζει το Optane και τουλάχιστον μία υποδοχή επέκτασης M.2.

Αυτά δεν είναι απαραίτητο να είναι μητρικές με επωνυμία Intel – εδώ είναι μια λίστα συμβατών καρτών από τις ASUS, Asrock, Biostar, ECS, EVGA, Gigabyte, MSI και SuperMicro. Έχουν διαστάσεις από mini-ITX μέχρι το ATX, έτσι ώστε οι κατασκευαστές συστημάτων να έχουν πολλές επιλογές.

Η μνήμη Optane λειτουργεί με κάθε είδους μονάδες RAM, μονάδες αποθήκευσης και κάρτες γραφικών που θα χωρέσουν σε μια συμβατή μητρική πλακέτα. Προς το παρόν η Optane δεν πωλείται σε φορητούς υπολογιστές, αλλά μπορεί να είναι διαθέσιμη κάποια στιγμή. Τη στιγμή της συγγραφής αυτού του άρθρου, το λογισμικό της Optane είναι συμβατό μόνο με τα Windows 10.

Τι είναι η υποδοχή επέκτασης M.2 και πώς μπορώ να την χρησιμοποιήσω;

  

Υπάρχει μία νέα τεχνολογία που σαρώνει τον κόσμο των επιδόσεων των υπολογιστών και είναι αρκετά περίπλοκη. Η μορφή M.2 έχει σχεδιαστεί ώστε οι κατασκευαστές να αντικαταστήσουν μια ποικιλία συγκεκριμένων συσκευών, ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν σε ένα μικρό χώρο και απαιτούν πολύ λίγη ενέργεια.

Αλλά στην πραγματικότητα αναβάθμιση σε μια μονάδα δίσκου M.2 ή ένα εξάρτημα απαιτεί μια προετοιμασία. 

Τι σημαίνει το M.2;

Παλαιότερα γνωστός ως παράγοντας φόρμας νέας γενιάς (Next Generation Form Factor – NGFF), η τεχνολογία M.2 είναι τεχνικά ένα αντικαταστάτης για το πρότυπο mSATA, το οποίο ήταν δημοφιλές στους κατασκευαστές υπερσύγχρονων φορητών υπολογιστών και άλλων μικρών συσκευών.

Αυτό μπορεί να φαίνεται εκπληκτικό, καθώς οι περισσότεροι δίσκοι M.2 που πωλούνται στο κατάστημα λιανικής προορίζονται για χρήση σε επιτραπέζιους υπολογιστές πλήρους μεγέθους, αλλά ο M.2 αντικατέστησε αποτελεσματικά τους σκληρούς δίσκους SSD και τους SSD σε συμπαγείς φορητούς υπολογιστές όπως το MacBook της Apple ή το XPS 13 της Dell.

Απλά σφραγισμένοι μέσα στα laptop και δεν μπορούν να αναβαθμιστούν από τους περισσότερους χρήστες. 

 

Τι μπορεί να κάνει;


Το Μ.2 είναι κάτι περισσότερο από έναν εξελικτικό παράγοντα. Ενδεχομένως, θα μπορούσε να αντικαταστήσει εντελώς το Serial ATA. Το M.2 είναι μια υποδοχή που μπορεί να διασυνδέσει το SATA 3.0 (το καλώδιο που πιθανώς συνδέεται με την μονάδα αποθήκευσης του επιτραπέζιου υπολογιστή σας αυτή τη στιγμή), το PCI Express 3.0 (η προεπιλεγμένη διασύνδεση για κάρτες γραφικών και άλλες σημαντικές συσκευές επέκτασης) και ακόμη και το USB 3.0.

Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως οποιαδήποτε μονάδα αποθήκευσης ή δίσκου, GPU (κάρτας γραφικών) ή επέκταση θύρας ή gadget χαμηλής κατανάλωσης που χρησιμοποιεί μια σύνδεση USB, θα μπορούσαν όλα να τοποθετηθούν ταυτόχρονα σε μια κάρτα συνδεδεμένη στην υποδοχή M.2.

Η πραγματικότητα είναι λίγο πιο περίπλοκη – για παράδειγμα, μια ενιαία υποδοχή M.2 έχει μόνο τέσσερις λωρίδες PCI Express, ένα τέταρτο του συνόλου που γενικά χρησιμοποιείται για κάρτες γραφικών – αλλά η ευελιξία αυτής της μικροσκοπικής υποδοχής είναι εντυπωσιακή.

Όταν χρησιμοποιείτε το δίαυλο PCI αντί του δίαυλου SATA, οι συσκευές M.2 μπορούν να μεταφέρουν δεδομένα οπουδήποτε από 50% σε περίπου 650% ταχύτερα από το πρότυπο SATA, ανάλογα με τις δυνατότητες της μητρικής πλακέτας και της ίδιας της κάρτας M.2. Εάν έχετε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσετε ένα M.2 SSD σε μια μητρική πλακέτα που υποστηρίζει την παραγωγή PCI 3, μπορεί να είναι σημαντικά ταχύτερη από μια κανονική μονάδα δίσκου SATA.

Για παράδειγμα αν ένας δίσκος SSD μέσω του καλωδίου SATA μπορεί να μεταφέρει μέχρι 600 MB το δευτερόλεπτο μία κάρτα συνδεδεμένη στην υποδοχή M.2 μπορεί να φτάσει τα 4 GB το δευτερόλεπτο.

Ποιες συσκευές χρησιμοποιούν την υποδοχή M.2;

Προς το παρόν, το M.2 χρησιμοποιείται κυρίως ως διασύνδεση για υπερσύγχρονες μονάδες SSD, τόσο σε φορητούς υπολογιστές όσο και σε επιτραπέζιους υπολογιστές.

Αν πάτε σε ένα κατάστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και ζητήσετε μια μονάδα δίσκου M.2 θα σας δείξουν σίγουρα ένα SSD με υποδοχή M.2.

Ορισμένα μοντέλα φορητών υπολογιστών χρησιμοποιούν επίσης μια θύρα M.2 ως μέσο ασύρματης σύνδεσης, τοποθετώντας μικροσκοπικές κάρτες χαμηλής κατανάλωσης που συνδυάζουν Wi-Fi και ραδιόφωνα Bluetooth.

Αυτό είναι λιγότερο συχνό για τους επιτραπέζιους υπολογιστές, όπου προτιμάται η ευκολία ενός USB dongle ή μιας κάρτας PCIe 1x (αν και δεν υπάρχει λόγος να μην το κάνετε σε μια συμβατή μητρική πλακέτα).

  

Τέλος, ορισμένες εταιρείες αρχίζουν να επεκτείνουν τη χρήση της υποδοχής σε κατηγορίες που δεν ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμό με την αποθήκευση ή την επέκταση.

Παρόλο που κανείς δεν έκανε κάρτα γραφικών M.2, η Intel πωλεί την υπερ ταχύτατη μνήμη προσωρινής αποθήκευσης cache ” Optane ” σε μορφή M.2 για τους καταναλωτές.

Ο υπολογιστής μου έχει μια υποδοχή M.2; 

  Εάν ο υπολογιστής σας είχε κατασκευαστεί ή συναρμολογηθεί τα τελευταία χρόνια, πιθανότατα έχει μια υποδοχή M.2. Δυστυχώς, η ευελιξία της τεχνολογία σημαίνει ότι η πραγματική χρήση της δεν είναι τόσο απλή όσο το να συνδέσετε απλά μία κάρτα και να δουλέψει.


Οι κάρτες M.2 έρχονται με δύο κύριες παραμέτρους συμβατότητας: μήκος και κλειδί. Το πρώτο είναι αρκετά προφανές – ο υπολογιστής σας χρειάζεται αρκετό φυσικό χώρο για να υποστηρίξει το μήκος της κάρτας που θέλετε να χρησιμοποιήσετε. Η δεύτερη παράμετρος – πώς είναι κλειδωμένη η κάρτα – σημαίνει απλώς ότι η υποδοχή της κάρτας πρέπει να ταιριάζει με την υποδοχή στην οποία θα την συνδέσετε.


Το μήκος της Μ.2

  

Αυτή η μητρική πλακέτα υποστηρίζει κάρτες M.2 μήκους 42mm, 60mm και 80mm.

Για τους επιτραπέζιους υπολογιστές, το μήκος δεν είναι συνήθως πρόβλημα. Ακόμα και μια μικροσκοπική μητρική πλακέτα Mini-ITX μπορεί εύκολα να κάνει χώρο για το μέγιστο μήκος M.2 PCB, το οποίο έχει μήκος 110 χιλιοστά.

Ορισμένες κάρτες έχουν μήκος όσο 30mm. Γενικά, θέλετε μια κάρτα που έχει το μέγεθος που προορίζεται για χρήση από τον κατασκευαστή της μητρικής πλακέτας σας, καθώς μια εσοχή στο τέλος της μητρικής πλακέτας επιτρέπει μια μικρή βίδα για να την κρατάτε ασφαλώς στη θέση της.

Όλοι οι δίσκοι M.2 χρησιμοποιούν το ίδιο πλάτος που καθορίζεται από τη σύνδεση. Το “μέγεθος” εκφράζεται με την ακόλουθη μορφή: ελέγξτε για συμβατότητα με το φορητό υπολογιστή ή τη μητρική πλακέτα κατά την επιλογή ενός: 


M.2 2230: 22 χιλιοστά πλάτος με μήκος 30 χιλιοστά.
M.2 2242: 22 χιλιοστά πλάτος με μήκος 42 χιλιοστών.
M.2 2260: 22 χιλιοστά πλάτος με μήκος 60 χιλιοστών.
M.2 2280: 22 χιλιοστά πλάτος με μήκος 80 χιλιοστών.
M.2 2210: 22 χιλιοστά πλάτος κατά μήκος 110 χιλιοστών.

Ορισμένες μητρικές προσφέρουν οπές στερέωσης για τη βίδα συγκράτησης σε ορισμένα ή όλα αυτά τα διαστήματα. 

Κλειδί M.2

  

Ενώ το πρότυπο M.2 χρησιμοποιεί την ίδια υποδοχή πλάτους 22 χιλιοστών για όλες τις κάρτες, δεν είναι απαραιτήτως η ίδια ακριβώς υποδοχή. Δεδομένου ότι το M.2 έχει σχεδιαστεί για να χρησιμοποιείται με τόσα διαφορετικά είδη συσκευών, έχει κάποιες απογοητευτικά παρόμοιες στην εμφάνιση υποδοχές που μπορεί εύκολα να σας μπερδέψουν. 


Κλειδί Β (B Key): Χρησιμοποιεί ένα κενό στη δεξιά πλευρά της κάρτας (αριστερή πλευρά του κεντρικού ελεγκτή), με έξι ακίδες στα δεξιά του χάσματος. Αυτή η διαμόρφωση υποστηρίζει συνδέσεις διαύλου PCIe x2.
Κλειδί M (M Key): Χρησιμοποιεί ένα κενό στην αριστερή πλευρά της κάρτας (δεξιά πλευρά του κεντρικού ελεγκτή), με πέντε ακίδες στα αριστερά του χάσματος. Αυτή η διαμόρφωση υποστηρίζει συνδέσεις διαύλου PCIe x4 για διπλάσια απόδοση δεδομένων.
Κλειδί B + M (B + M Key): χρησιμοποιεί και τα δύο παραπάνω κενά, με πέντε ακίδες στην αριστερή πλευρά της κάρτας και έξι στα δεξιά. Λόγω του φυσικού σχεδιασμού, οι κάρτες B + M Key περιορίζονται στις ταχύτητες PCIe x2.

Οι κάρτες M.2 με διασύνδεση κλειδιού Β μπορούν να τοποθετηθούν μόνο σε μια υποδοχή κεντρικού κλειδιού Β, και το ίδιο για το πλήκτρο M. Ωστόσο, οι κάρτες με σχέδιο B + M μπορούν να χωρέσουν είτε σε υποδοχή B είτε σε υποδοχή M, καθώς έχουν κενά και για τα δύο.

Ελέγξτε τις προδιαγραφές του φορητού υπολογιστή ή της μητρικής πλακέτας για να δείτε ποια υποστηρίζεται. Συνιστούμε να βλέπετε τις προδιαγραφές παρά να κάνετε εκτίμηση οπτικά, καθώς τα δύο βασικά πρότυπα μπορούν να συγχέονται εύκολα.

Τι χρειάζομαι για να εγκαταστήσω μια κάρτα M.2; Οχι πολλά. Οι περισσότερες κάρτες M.2 είναι SSD και αναγνωρίζονται αυτόματα από το λειτουργικό σας σύστημα με βάση τους οδηγούς AHCI. Για τα Windows 10, οι περισσότερες κάρτες Wi-Fi και Bluetooth αναγνωρίζονται επίσης αυτόματα, με γενικούς οδηγούς ενεργοποιημένους αμέσως ή με συγκεκριμένα προγράμματα οδήγησης που μεταφορτώνονται αργότερα. Εντούτοις, ίσως χρειαστεί να ενεργοποιήσετε την υποδοχή M.2 μέσω μιας ρύθμισης στο BIOS του υπολογιστή σας ή στο UEFI . Θα χρειαστείτε επίσης ένα κατσαβίδι για να βάλετε τη βίδα συγκράτησης.


Μπορώ να προσθέσω μια κάρτα M.2 εάν ο υπολογιστής μου δεν διαθέτει υποδοχή;

  

Για τους φορητούς υπολογιστές, η απάντηση είναι όχι – ο σχεδιασμός των σύγχρονων φορητών υπολογιστών είναι τόσο συμπαγής ώστε δεν υπάρχει χώρος για κάθε είδους μη προγραμματισμένη επέκταση. Εάν χρησιμοποιείτε έναν σταθερό υπολογιστή, γίνεται. Υπάρχουν αρκετοί προσαρμογείς προς πώληση που χρησιμοποιούν την υποδοχή PCIe x4 ήδη στη μητρική σας πλακέτα.

  Ωστόσο, εάν η μητρική σας πλατφόρμα δεν μπορεί να εκκινήσει από PCIe, τότε δεν θα μπορείτε να ρυθμίσετε τη μονάδα δίσκου M.2 ως μονάδα εκκίνησης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα επωφεληθείτε από μεγάλη ταχύτητα. Συνεπώς, έχετε αυτό κατά νου – εάν θέλετε τα πλήρη οφέλη από μια μονάδα δίσκου M.2, ίσως χρειαστεί μια μητρική πλακέτα που την υποστηρίζει.


Παρόλο που πολλές μητρικές που έχουν κατασκευαστεί τα τελευταία χρόνια μπορούν να δεχθούν κάρτες M.2 ωστόσο μόνο αυτές τις πιο πρόσφατης τεχνολογίας μπορούν να εκκινήσουν το λειτουργικό σύστημα εγκατεστημένο σε μία κάρτα M.2

Τι είναι ο SSD M.2

Ο SSD M.2 είναι ένας SSD ( Solid State Drive ) που συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές της τεχνολογίας για εσωτερικά τοποθετημένες κάρτες επέκτασης αποθήκευσης μικρού μεγέθους . Η τεχνολογία, αρχικά γνωστή ως παράγοντας μορφής επόμενης γενιάς (Next Generation Form Factor – NGFF), και ονομάζεται M.2

Οι M.2 SSD έχουν σχεδιαστεί για να επιτρέπουν την αποθήκευση υψηλής ταχύτητας σε λεπτές συσκευές με περιορισμένη ισχύ, όπως οι υπολογιστές ultrabook και tablet . Είναι γενικά μικρότεροι από ένα SSD mSATA , για τον οποίο προορίζονται ως εναλλακτική λύση.

Η προδιαγραφή M.2 καθορίστηκε από την κοινοπραξία PCI Special Interest Group (PCI-SIG) των προμηθευτών τεχνολογικής βιομηχανίας και του διεθνούς οργανισμού Serial ATA.

Η προδιαγραφή M.2 υποστηρίζει εφαρμογές όπως Wi-Fi, Universal Serial Bus ( USB ), PCI Express ( PCIe ) και Serial ATA ( SATA ).

Το SATA M.2 προσδιορίζεται ως SATA v3.2.

M.2 SSD εναντίον mSATA

Το M.2 αναφέρεται συνήθως ως αντικατάστατης του mSATA, αλλά οι mSATA SSD εξακολουθούν να υπάρχουν και πιθανότατα θα συνεχιστούν για κάποιο χρονικό διάστημα σε φορητές πλατφόρμες που υποστηρίζουν δίσκους αυτού του μεγέθους. Επειδή οι κάρτες M.2 και mSATA είναι διαφορετικού μεγέθους και έχουν διαφορετικούς συνδέσμους, δεν μπορούν να συνδεθούν στις ίδιες συσκευές.

Κάρτες M.2 Micron M600 SSD (αριστερά προς τα δεξιά): mSATA SSD, M.2 SSD (22 mm x 60 mm διπλής όψης), M.2 SSD (22 mm x 80 mm μονής όψης) και SSD 2,5 ιντσών SATA .

Οι M.2 SSD είναι ταχύτεροι και αποθηκεύουν περισσότερα δεδομένα από τις περισσότερες κάρτες mSATA.

Υποστηρίζουν διεπαφές PCIe 3.0, SATA 3.0 και USB 3.0, ενώ το mSATA υποστηρίζει μόνο SATA. Οι M.2 SATA SSD έχουν παρόμοια απόδοση με τις κάρτες mSATA, αλλά οι κάρτες M.2 PCIe είναι ταχύτερες.

Οι SATA SSDs έχουν μέγιστη ταχύτητα 600 MB ανά δευτερόλεπτο, ενώ οι κάρτες M.2 PCIe μπορούν να φτάσουν τα 4 GB ανά δευτερόλεπτο.

Η υποστήριξη PCIe επιτρέπει επίσης στις κάρτες M.2 να επωφεληθούν από το πρωτόκολλο Express Non – volatile Express ( NVMe ), το οποίο προσφέρει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απόδοσης σε σχέση με άλλους τύπους διεπαφών λόγω μειωμένης καθυστέρησης , αυξημένα IOPS (ταχύτητα) και χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας.

Από τις αρχές του 2017, οι μεγαλύτερες μονάδες SSD M.2 υποστηρίζουν χωρητικότητα 1 TB, περισσότερο από οποιαδήποτε μονάδα δίσκου mSATA.

Οι υποδοχείς M.2 υποστηρίζουν τέσσερις γραμμές εύρους PCIe ή μία SATA ή USB.

M.2 μεγέθους SSD

Οι M.2 SSD είναι ορθογώνια. Έχουν πλάτος 22 mm και συνήθως 60 mm ή 80 mm, αν και υπάρχουν και κάρτες μήκους 30 mm, 42 mm και 110 mm.

Οι μονάδες M.2 μεγαλύτερου μήκους διαθέτουν συνήθως περισσότερες τσιπάκια αποθήκευσης NAND για επιπλέον χωρητικότητα από τις μικρότερες εκδόσεις. Οι μονάδες M.2 μπορούν να είναι μονής ή διπλής όψης. Το μέγεθος της κάρτας αναγνωρίζεται από έναν τετραψήφιο ή πενταψήφιο αριθμό. Τα πρώτα δύο ψηφία είναι το πλάτος και οι υπόλοιποι αριθμοί είναι το μήκος. Για παράδειγμα, μια κάρτα 2260 έχει πλάτος 22 mm και μήκος 60 mm.

Το πλάτος 22 mm είναι στάνταρ για επιτραπέζιους και φορητούς υπολογιστές. Μια κάρτα μήκους 80 mm ή 110 mm μπορεί να χωρέσει 8 τσιπάκια αποθήκευσης NAND για χωρητικότητα 1 TB.

Κλειδιά μονάδας M.2

Κλειδιά, εγκοπές στις επαφές των μονάδων M.2, διακρίνουν τους τύπους προϊόντων M.2. 

Οι μονάδες M.2 SSD συνδέονται σε πλακέτες κυκλωμάτων μέσω ζευγαρωτών συνδέσμων και στις δύο πλευρές. Σε αντίθεση με το mSATA, οι κάρτες M.2 SSD έχουν δύο τύπους υποδοχών, επίσης γνωστούς ως υποδοχές: υποδοχές κλειδιών Β και κλειδιών M.

Μια κάρτα μπορεί επίσης να έχει κλειδιά Β και Μ. Ο τύπος κλειδιού καθορίζει τον αριθμό των λωρίδων PCIe που υποστηρίζει.

Το κλειδί AB περιέχει μία ή δύο λωρίδες PCIe, ενώ ένα κλειδί M περιέχει μέχρι τέσσερις λωρίδες PCIe. Ο σύνδεσμος κλειδιού B του ακροδέκτη έχει έξι ακίδες και ο ακροδέκτης του κλειδιού M έχει πέντε ακίδες.

Για τους ασύρματους προσαρμογείς Wi-Fi και Bluetooth, οι κάρτες M.2 έχουν κλειδιά Α και Ε για μητρική πλακέτα . Οι περισσότερες κάρτες ασύρματης σύνδεσης M.2 υποστηρίζουν και τις υποδοχές κλειδιών Α και Ε.

Οι M.2 στην αγορά

Οι κάρτες M.2 χρησιμοποιούνται συνήθως σε νεότερες συσκευές. Επειδή το μέγεθος είναι διαφορετικός από τις κάρτες mSATA, Οι SSD M.2 δεν είναι συμβατοί με τα παλαιότερα συστήματα. Επίσης επειδή είναι σχεδιασμένο για κινητές συσκευές, το M.2 δεν είναι κατάλληλο για μεγάλα συστήματα αποθήκευσης επιχειρήσεων.

Οι M.2 SSD αν και ακόμα έχουν υψηλότερες τιμές από τους κανονικούς δίσκους SSD οι τιμές τους μειώνονται συνέχεια. Η Samsung έχει διαθέσει στην αγορά μια σειρά SSD M.2 με διάφορες χωρητικότητες που ξεκινούν από 140 ευρώ. Άλλοι κατασκευαστές M.2 SSD περιλαμβάνουν τις εταιρείες Toshiba, Kingston, Plextor, Team Group, Adata και Crucial (ιδιοκτησία της Micron). Η Intel είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής ασύρματων προσαρμογέων M.2.

Τι είναι το BIOS Τι είναι το UEFI και ποιες οι διαφορές μεταξύ τους;

Οι νέοι υπολογιστές χρησιμοποιούν το υλικολογισμικό (firmware) UEFIαντί για το παραδοσιακό BIOS. Αποτελούν και τα δύο low-levelλογισμικό που φορτώνουν μόλις ξεκινήσετε το PCσας και πριν φορτώσει το λειτουργικό σύστημα, απλά το UEFIείναι μια πιο σύγχρονη πλατφόρμα που υποστηρίζει μεγαλύτερα μεγέθη σκληρών δίσκων, πιο γρήγορη εκκίνηση, περισσότερες επιλογές ασφαλείας και –πολύ βολικό- γραφικά και χρήση ποντικιού.

Παρατηρούμε αρκετά σύγχρονα PC να είναι εξοπλισμένα με UEFI αλλά το αναφέρουν ως BIOS για να αποφύγουν την σύγχυση σε άτομα που έχουν συνηθίσει το παραδοσιακό PC BIOS. Ακόμα και αν το PC σας χρησιμοποιεί τον όρο “BIOS”, όποιο PC σχεδόν και να αγοράσετε σήμερα είναι εξοπλισμένο με UEFI firmware αντί για BIOS.

Τι είναι το BIOS? 

 

Το BIOS είναι τα αρχικά των λέξεων Basic Input – Output system. ενός low-level software (low level software λέγεται το λογισμικό χαμηλού επιπέδου γραμμένο συνήθως σε κώδικα μηχανής) που βρίσκεται σε ένα τσιπάκι στην μητρική του υπολογιστή σας..

Το BIOS φορτώνει ενώ εκκινεί ο υπολογιστής σας και είναι υπεύθυνο για να «ξυπνάει» τα εξαρτήματα του υπολογιστή σας, να εξασφαλίζει ότι λειτουργούν σωστά και μετά να τρέχει τον boot loader που εκκινεί τα Windows η όποιο άλλο λειτουργικό σύστημα έχετε εγκαταστήσει.

σ.σ. κρατάμε τους όρους παρακάτω στα αγγλικά μια και το 99% των μενού BIOS ανεξαρτήτως κατασκευαστή είναι στην αγγλική γλώσσα.

Μπορείτε να διαμορφώσετε διάφορες επιλογές στην οθόνη SETUP του BIOS.

Μερικές από αυτές τις ρυθμίσεις είναι το computer hardware configuration (ενεργοποίηση η όχι εσωτερικής κάρτα γραφικών, ήχου, usb η κάρτας δικτύου), system time (ώρα συστήματος), και το boot order (με ποια συσκευή να ξεκινήσει πρώτα το PCπ.χ. δίσκος, CD/DVD, η φλασάκι USB).

Μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε αυτή την οθόνη πατώντας ένα συγκεκριμένο πλήκτρο κατά την εκκίνηση. Αυτό διαφέρει από υπολογιστή σε υπολογιστή, συνήθως είναι το Esc. Το F2, F10, η το Delete. Όταν σώσετε μια αλλαγή που έχετε κάνει αυτή αποθηκεύεται στο τσιπάκι επάνω στην μητρική του υπολογιστή. Όταν θα ξεκινήσετε τον υπολογιστή το BIOS θα διαμορφώσει τον υπολογιστή με τις ρυθμίσεις που έχει αποθηκεύσει.

To BIOS εκτελεί στην συνέχεια την λειτουργία POST – Power-On Self Test (Διαγνωστικός έλεγχος κατά την εκκίνηση), πριν ξεκινήσει το λειτοργικό σας σύστημα. Ελέγχει για να εξασφαλίσει ότι οι ρυθμίσεις του υλικού είναι έγκυρες και λειτουργούν σωστά. Αν κάτι πάει στραβά θα δείτε ένα μήνυμα στην οθόνη, π.χ το πιο κλασικό είναι όταν δεν ανιχνεύεται πληκτρολόγιο «Keyboard no present – Press F1 to resume” ή θα ακούσετε μία σειρά από μπιπ, 3 ή 5 ή 7 κλπ.

Θα πρέπει να ανατρέξετε στο manual της μητρικής σας για να δείτε τι σφάλμα σημαίνει ο αριθμός των μπιπ που ακούσατε. Συνήθως ο ίδιος αριθμός μπιπ σημαίνει και διαφορετικό σφάλμα ανάλογα με την εταιρία.

Αφού ο υπολογιστής ξεκινήσει – και αφού τελειώσει η λειτουργία POST- Το BIOS ψάχνει το Master Boot Record, ή MBR, που βρίσκεται αποθηκευμένο στον δίσκο εκκίνησης του συστήματος σας και το χρησιμοποιεί για να τρέξει το boot loader.

Επίσης μπορεί να δείτε το ακρωνύμιο CMOS, που σημαίνει «Complementary Metal – Oxide – Semiconductor». Αυτό αναφέρεται σε μνήμη που διατηρείται με την βοήθεια της μπαταρίας (battery – backed memory) όπου το BIOS αποθηκεύει διάφορες ρυθμίσεις της μητρικής. Πλέον κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού αυτή η μέθοδος έχει αντικατασταθεί με την μνήμη flash (που αναφέρεται επίσης και σαν EEPROM) στα σύγχρονα συστήματα. Η μνήμη flash είναι ουσιαστικά ο τύπος μνήμης που έχουν τα φλασάκια usb και οι ssd δίσκοι όπου τα δεδομένα διατηρούνται χωρίς να απαιτείται ρεύμα.

Γιατί το BIOS είναι παρωχημένο και καταργήθηκε

Το BIOS κυκλοφορεί για πάρα πολύ καιρό και δεν αναπτύχθηκε αρκετά. Ακόμα και PC που έτρεχαν MS-DOS την δεκαετία του 1980 είχαν BIOS!

Φυσικά είχε βέβαια κάποια εξέλιξη. Δημιουργήθηκαν μερικές προσθήκες, συμπεριλαμβανόμενου του ACPI, (Advanced Configuration and Power Interface). Που επιτρέπει στο BIOS να ρυθμίσει πιο εύκολα συσκευές και να πραγματοποιήσει προηγμένες ρυθμίσεις ενέργειας, όπως την κατάσταση αναμονής του υπολογιστή. Βέβαια κατά κύριο λόγο παράμενε ίδιο όπως ήταν στην εποχή του MS-DOS.

Το παραδοσιακό BIOS επίσης έχει σοβαρούς περιορισμούς. Μπορεί να εκκινήσει το λειτουργικό σύστημα από δίσκους μεγέθους 2.1 TB η μικρότερους. Δίσκοι μεγαλύτεροι των 3 TB που πλέον είναι κάτι σύνηθες σε έναν υπολογιστή με BIOS δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν εκκίνηση. Ο περιορισμός οφείλεται στον τρόπο που λειτουργεί το Master Boot Record (MBR) του BIOS

To BIOS τρέχει μόνο σε 16-bit λειτουργία επεξεργαστή και έχει μόνο ένα 1 MB μνήμη για την εκτέλεση του. Συχνά έχει δυσκολία να εκκινήσει πολλές συσκευές hardware ταυτόχρονα, το οποίο οδηγεί με την σειρά του σε μεγαλύτερους χρόνους εκκίνησης όταν προσπαθεί να ενεργοποιήσει όλες τις συσκευές και τις διεπαφές σε ένα σύγχρονο PC

To BIOS χρειαζόταν αντικατάσταση εδώ και πολύ καιρό. Η Intel είχε ξεκινήσει την ανάπτυξη του πρωτοκόλου Extensible Firmware Interface (EFI) από το 1998. Η Apple επέλεξε το EFI όταν έκανε μετάβαση τεχνολογίας στην αρχιτεκτονική επεξεργαστών Intel στα Mac το 2006, αλλά οι άλλοι κατασκευαστές PC δεν την ακολούθησαν.

Το 2007, η Intel, η AMD, η Microsoft, και οι κατασκευαστές PC συμφώνησαν στο νέο πρωτόκολλο Unified Extensible Firmware Interface (UEFI) Αυτό πλέον έχει γίνει το πρότυπο και διαχειρίζεται από το Unified Extended Firmware Interface Forum στο οποίο δεν είναι αποκλειστικά η Intel. Η υποστήριξη UEFI παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Windows στις εκδόσεις Windows Vista Service Pack 1 και Windows 7. Η μεγαλύτερη πλειοψηφία τον υπολογιστών που βρίσκονται αυτή την στιγμή στην αγορά χρησιμοποιούν UEFI παρά το κλασσικό BIOS

Πως το UEFI αντικαθιστά και βελτιώνει το BIOS

 

Το UEFI αντικαθιστά το παραδοσιακό BIOS στα PC. Δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξετε από BIOS σε UEFI στο PC που ήδη έχετε αν είναι παλιό. Θα πρέπει να πάρετε νέα μητρική η τελείως καινούργιο PC που υποστηρίζει και περιέχει UEFI, πράγμα το οποίο γίνεται πλέον σε όλους τους υπολογιστές. Οι περισσότερες εκδόσεις UEFI υποστηρίζουν εξομοίωση BIOS αντι για UEFI ώστε να υπάρχει συμβατότητα με παλαιοτέρα λειτουργικά συστήματα και συσκευές (backwards compatible).

Το νέο πρότυπο UEFI δεν έχει τους περιορισμούς του BIOS. Μπορεί να εκκινήσει το λειτουργικό σύστημα από δίσκους 2.2 TB η μεγαλύτερους. Για την ακρίβεια το θεωρητικό όριο είναι 9.4 zettabytes! (9.4 zettabytes = 8.549.250.196 terabytes) Αυτό το μέγεθος είναι περίπου τρείς φορές όλα τα δεδομένα του Internet αυτή την στιγμή. Αυτό συμβαίνει γιατί το UEFI χρησιμοποιεί την διαμερισματοποίηση GPT αντί του MBR. Επίσης πραγματοποιεί εκκίνηση με διαφορετικό τρόπο, χρησιμοποιώντας εκτελέσιμα EFI αρχεία χωρίς να τρέχει κώδικο από το MBR του δίσκου.

Το UEFI μπορεί να τρέξει σε λειτουργία επεξεργαστή 32-bit η 64-bit mode και έχει μεγαλύτερη μνήμη για να τρέξει από το BIOS, που σημαίνει ότι η εκκίνηση γίνεται πιο γρήγορα. Επίσης σημαίνει ότι οι οθόνες ρυθμίσεων και επιλογών είναι κατά πολύ ανώτερες από του BIOS και μπορούν να περιέχει γραφικά και υποστήριξη ποντικιού. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα, υπάρχουν PC που έχουν το πρότυπο UEFI με απλό κείμενο, που δείχνει και λειτουργεί σαν το απλό BIOS.

Επίσης έχει και πολλές νέες επιλογές. Υποστηρίζει την ασφαλή εκκίνηση (Secure Boot) που ελέγχει το λειτουργικό κατά την εκκίνηση για να εξασφαλίσει την ακεραιότητα του από κακόβουλο λογισμικό. Μπορεί επίσης να υποστηρίξει λειτουργίες δικτύου κατευθείαν επάνω στο UEFI (χωρίς να έχει φορτωθεί λειτουργικό σύστημα) ώστε να μπορεί να γίνει ρύθμιση και αντιμετώπιση προβλημάτων εξ αποστάσεως. Με το κλασικό BIOS θα πρέπει να βρίσκεστε ο ίδιος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή για να κάνετε ρυθμίσεις.

Δεν πρόκειται ουσιαστικά για έναν αντικαταστάτη του BIOS. Το UEFI στην ουσία είναι ένα μικροσκοπικό λειτουργικό σύστημα που τρέχει επάνω από το το υλικολογισμικό (firmware) του PC και έχει κατά πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες. Μπορεί επίσης να αποθηκευτεί σε flash μνήμη στην μητρική η να φορτωθεί από σκληρό δίσκο η κοινόχρηστο αρχείο στον δίκτυο κατά την εκκίνηση.

Το κάθε PC με UEFI μπορεί να έχουν διαφορετική εμφάνισει και επιλογές. Αυτό έχει να κάνει με τον κατασκευαστή του PC, αλλά οι βασικές λειτουργίες είναι ίδιες σε όλα.

Πως μπορείτε να προσπελάσετε της ρυθμίσεις του UEFI σε ένα σύγχρονο PC 

Αν είστε ένας απλώς χρήστης PC, πηγαίνοντας σε έναν υπολογιστή που έχει UEFI δεν θα διαπιστώστε κάποια αλλάγή. Ο νέος σας υπολογιστής θα εκκινεί και θα τερματίζει πιο γρήγορα από ότι με το BIOS και μπορείτε να χρησιμοποιήσετε δίσκους μεγαλύτερους από 2.2 TB.

Αν χρειαστεί να προσπελάσετε τις low-level ρυθμίσεις (δηλαδή να μπείτε στο BIOS όπως συνηθίζουμε να λέμε) πρέπει να προσπελάσετε τις ρυθμίσεις μέσω του υλικολογισμικού UEFI μέσω των επιλογών που παρέχουν τα Windows και όχι πατώντας κάποιο πλήκτρο κατά την εκκίνηση του υπολογιστή. Οι καινούργιοι υπολογιστές φορτώνουν τόσο γρήγορα πλέον που οι κατασκευαστές δεν θέλουν να καθυστερεί το μηχάνημα περιμένοντας αν θα πατήσετε κάποιο πλήκτρο.

(Σε έναν υπολογιστή με Windows 10 θα πρέπει να πάτε στις ρυθμίσεις και από εκεί να επιλέξετε την επιλογή Ρυθμίσεις -> Ενημερώσεις και Ασφάλεια -> Επαναφορά -> Προχωρημένες επιλογές εκκίνησης και να πατήσετε το “Εκκίνηση τώρα” Στο μενού που θα εμφανιστεί θα επιλέξετε το “Ρυθμίσεις υλικολογισμικού UEFI”)

 

Υπάρχουν ωστόσο υπολογιστές με UEFI που σας επιτρέπουν να προσπελάσετε το UEFI με τον ίδιο τρόπο με το BIOS πατώντας ένα πλήκτρο κατά την εκκίνηση.

Ενώ το UEFI αποτελεί μία μεγάλη καινοτομία, όλες οι αλλαγές βρίσκονται στο παρασκήνιο. Οι περισσότεροι χρήστες PC δεν θα καταλάβουν ποτέ διαφορά ή θα χρειαστεί να κάνουν κάποια ενέργεια γιατί το PC τους χρησιμοποιεί UEFI αντί για το παραδοσιακό BIOS. Το μόνο που χρειάζεται να ξέρουν είναι ότι υποστηρίζει περισσότερες σύγχρονες συσκευές και επιλογές.

Τι είναι οι κάρτες μνήμης Micro SD: Ολες οι διαφορές μεταξύ τους

Οι διαφορές μεταξύ Class 2, Class 4, Class 6 και Class 10

Ψάχνετε μια κάρτα μνήμης microSD για το κινητό η το τάμπλετ σας; τότε σίγουρα θα συναντήσετε τους όρους Class 2, Class 4, Class 6 και Class 10 με τους οποίους κατηγοριοποιούνται οι κάρτες.

  • Class 2: ελάχιστη ταχύτητα 2 MB/s (16 Mbit/s)
  • Class 4:  ελάχιστη ταχύτητα 4 MB/s (32 Mbit/s)
  • Class 6:  ελάχιστη ταχύτητα 6 MB/s (48 Mbit/s)
  • Class 10: ελάχιστη ταχύτητα 10 MB/s (80 Mbit/s)

Τo Class είναι μία ένδειξη της ελάχιστης ταχύτητας με την οποία μπορείτε να γράψετε η να διαβάσετε δεδομένα από την κάρτα. Όσο πιο ανώτερο είναι το class τόσο πιο γρήγορα τα δεδομένα γράφονται στην κάρτα. Δηλαδή μπορείτε να γράψετε με τουλάχιστον 4 MB το δευτερόλεπτο με μία κάρτα microSD Class 4.

Οι νέες κατηγορίες Video Class (U1, U3, V6, V10, V30, V60, V90)

Τα σύμβολα Speed Class*, UHS Speed Class** and Video Speed Class δείχνουν την ελάχιστη ταχύτητα εγγραφής. Αυτό είναι κυρίως χρήσιμο για βιντεοκάμερες, συσκευές εγγραφής βίντεο και άλλες συσκευές με δυνατότητες εγγραφής βίντεο.

Σχετικά με τη δίαυλο (bus mode), είναι απαραίτητο να έχετε μια ταχύτητα διαύλου λειτουργία αρκετά γρήγορη που δεν επηρεάζει την ταχύτητα εγγραφής της μνήμης. Το C10 χρησιμοποιείται σε λειτουργία υψηλής ταχύτητας ή ταχύτερη, τα U1 και U3 χρησιμοποιούνται σε SDR50 / DDR50 ή ταχύτερα και τα V60 και V90 χρησιμοποιούνται σε λειτουργία UHS-II ή ταχύτερα.

Η κατηγορία βίντεο ταχύτητας ορίζεται ανάλογα με την διεργασίας καταγραφής βίντεο υψηλής ευκρίνειας και υψηλής ποιότητας π.χ 4Κ και 8Κ, και έχει επίσης ένα σημαντικό χαρακτηριστικό για την υποστήριξη μνήμης flash επόμενης γενιάς, όπως το 3D NAND. Επιπλέον, καθώς καλύπτει την ταχύτητα του βίντεο HD (2K), από τώρα και στο εξής είναι δυνατή η ενσωμάτωση στην κατηγορία Video Speed ​​Class.


Επεξηγηματικός πίνακας για το ποια κάρτα να χρησιμοποιήσετε ανάλογα με την συσκευή σας και την ποιότητα του βίντεο που θέλετε να καταγράψετε.

 

Καλύτερος συνδυασμός μεταξύ Speed Class (ταχύτητα κάρτας) και συσκευής

Η συσκευή σας (φωτογραφική μηχανή, βιντεοκάμερα κλπ) μπορεί στις οδηγίες του να σας υποδεικνύει την απαιτούμενη ταχύτητα κάρτας.

Πρέπει πάντα να επιλέγετε την ταχύτητα κάρτας που αναφέρεται για την συσκευή σας η κάποια ανώτερης ταχύτητας.

Για παράδειγμα, εάν η συσκευή σας απαιτεί κάρτα μνήμης SD Class Speed ​​4, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάρτες μνήμης SD Class 4, 6 ή 10 SD.
Εάν η κεντρική συσκευή σας απαιτεί κάρτα μνήμης UHS Speed ​​Class 1 SD, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε UHS Speed ​​Class 1 ή 3 κάρτες μνήμης SD.
Στις κάρτες Video Class ισχύει επίσης το ίδιο.  Σημειώστε ότι η αναμενόμενη ταχύτητα εγγραφής δεν θα είναι διαθέσιμη αν συνδυάσετε διαφορετικές κατηγορίες καρτών Class 10, U1 και V10, ακόμη και αν αυτές έχουν την ταχύτητα εγγραφής π.χ 10MB / sec.

Σε ποιές περιπτώσεις χρειάζεστε μια γρήγορη κάρτα

Ανάλογα με το πως χρησιμοποιείτε την κάρτα μπορεί να χρειάζεστε κάποια με την μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Για παράδειγμα αν γράφετε video υψηλής ανάλυσης η βγάζετε πάρα πολλές φωτογραφίες διαδοχικά τότε μια κάρτα μνήμης με την υψηλότερη ταχύτητα επιβάλλεται, αφού π.χ η επόμενη φωτογραφία αποθηκεύεται μόνο οταν έχει αποθηκευτεί η προηγούμενη. Το ίδιο συμβαίνει όταν γίνεται ανάγνωση δεδομένων από την κάρτα. Αν γράφετε π.χ κάποιο video υψηλής ανάλυσης με ταχύτητα 4 MB το δευτερόλεπτο, μία κάρτα Class 2 με μέγιστη ταχύτητα 2 MB το δευτερόλεπτο δεν μπορεί να ανταποκριθεί.

 

Σε ποιές περιπτώσεις χρειάζεστε μια αργή κάρτα

Οι προδιαγραφές της ταχύτητας ανάγνωσης και εγγραφής αφορά πάντοτε την διαδοχική πρόσβαση, δηλαδή τα δεδομένα που γραφονται και διαβάζονται διαδοχικά. Το μειονέκτημα στις κάρτες με υψηλή ταχύτητα είναι οτι μειώνεται η ταχύτητα πρόσβασης στο επιθυμητό σημείο της κάρτας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν π.χ στο κινητό μεταφέρετε εφαρμογές από την μνήμη της συσκευής στην κάρτα για εξοικονόμηση χώρου. Σε αυτή την περίπτωση είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσετε μια κάρτα Class 2 αντί για Class 4

 

Διαφορές μεταξύ microSDHC, microSDXC και microSD

Σίγουρα θα έχετε συναντήσει και κάρτες που γράφουν επάνω microSDHC ή microSDXC ενώ άλλες αναφέρονται απλά ως microSD.

Ολοι αυτοί οι τύποι καρτών είναι τύπου microSD, η διαφορά είναι στην χωρητικότητα.

  • Micro SD – Η απλή Micro SD έχει χωρητικότητα μέχρι 2 GB
  • Micro SD HC – Η mircoSDHC έχει χωρητικότητα μέχρι μεταξύ 4 και 32 GB
  • Micro SD XC – Η mircoSDXC έχει χωρητικότητα μέχρι μεταξύ 32 GB και 3 TB

Το HC και το XC είναι συντομεύσεις του High Capacity και του eXtended Capacity.

Συμβατότητα

Παρά το γεγονός οτι οι  microSDHC και οι microSDXC κάρτες είναι ίδιες από πλευράς κατασκευής, θα πρέπει να προσέχετε αν είναι συμβατές με την συσκευή που θέλετε να της τοποθετήσετε, π.χ αν τοποθετήσετε μια κάρτα microSDXC των 32 GB σε ένα τάμπλετ που μπορεί να πάρει κάρτα μέγιστης χωρητικότητας 16 GB είναι δεδομένο οτι δεν θα λειτουργήσει. Συμβουλευτήτε πάντοτε τις οδηγίες της συσκευής.

Κάποιες κάρτες επίσης είναι διαμορφωμένες με το παλιό σύστημα αρχείων FAT16, οι Micro SD HC συνήθως με το FAT32 και οι Micro SD XC με το καινούργιο exFAT. Οπότε αν έχετε κάποιο παλιό κινητό η κάμερα θα πρέπει πάλι να κοιτάξετε τις προδιαγραφές της συσκευής για συμβατότητα.

Κάποιες συσκευές διαμορφώνουν αυτόματα μια καινούργια κάρτα στο σύστημα αρχείων που χρησιμοποιούν αλλά αυτό δεν είναι πάντα ο κανόνας.

Πόση ώρα θα κρατήσει τον υπολογιστή σας σε λειτουργία το UPS;

Ανησυχείτε οτι σε μία διακοπή ρεύματος θα χάσετε όλη σας την δουλειά στον υπολογιστή;

To UPS θα κρατήσει ανοιχτό τον υπολογιστή για κάποια ώρα αλλά είναι κάποια πράγματα που πρέπει να ξέρετε.

Το UPS – Uninterruptible Power Supply (Αδιάλειπτη παροχή ενέργειας) είναι ουσιαστικά μία μεγάλη μπαταρία που θα κρατήσει τον υπολογιστή σας σε λειτουργία όταν γίνει διακοπή ρεύματος. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο αλλά μην περιμένετε θαύματα.

Πόση ώρα θα μείνει ανοιχτός ο υπολογιστής;

Τα UPS έχουν ένα δείκτη που ονομάζεται “VA rating” από την συνάρτηση Voltage-Amps που σας λέει πόσο φορτίο μπορεί να σηκώσει και σε προσέγγιση πόση ώρα θα μείνει ανοιχτό σε περίπτωση διακοπής ρεύματος.

Στην συνάρτηση αυτή πρέπει να πολλαπλασιάσετε με το .6 για να μετατρέψετε το VA rating σε Watts – παράδειγμα, ένα UPS 1000VA έχει σχεδιαστεί για περίπου φορτίο 600 Watt

Ως πιο οικονομική λύση μπορείτε να πάρετε ένα UPS των 550VA, που υποστηρίζει φορτίο περίπου 330 Watt. Αυτό σημαίνει οτι το UPS μπορεί να κρατήσει ανοιχτό τον εξοπλισμό σας για περίπου 4 λεπτά.

Ακόμα και αν περιορίσετε την κατανάλωση κοντά στα 150 Watts – δηλαδή όσο καταναλώνει ένας μικρός υπολογιστής μία οθόνη και κάποιο μόντεμ, πάλι δεν θα παραμείνουν ανοιχτά πάνω από 10 λεπτα.

Αν πάρετε και ένα ακριβό UPS των 1500VA πάλι ο υπολογιστής σας δεν θα λειτουργήσει παραπάνω από μισή ώρα.

Ολα τα παραπάνω δεν προσπαθούν να αποδείξουν οτι δεν χρειάζονται τα UPS αλλά το τι μπορείτε να κάνετε με αυτά.

Η πραγματική χρήση του UPS είναι να σας δώσει τον απαραίτητο χρόνο σε περίπτωση διακοπής ρεύματος να αποθηκεύσετε την εργασίας σας και να κλείσετε κανονικά τον υπολογιστή. Αν μάλιστα έχετε ένα μοντέλο UPS που έχει και δυνατότητα σύνδεσης με τον υπολογιστή, μπορεί αυτόματα να δώσει την εντολή για τερματισμό. Πολύ χρήσιμη λειτουργία και για οικιακό υπολογιστή αλλά και για τον χώρο εργασίας σε περίπτωση που υπάρχει κάποιος server.

Το UPS επίσης προσπατεύει την ίδια στιγμη και από την αυξομείωση της τάσης του ρεύματος αλλά και από υπερτάσεις  και είναι απαραίτητο για κάθε είδους συσκευές όπως π.χ Τηλεοράσεις, Home Cinema, Ηχοσυστήματα ακόμα και οικιακές συσκευές ειδικά μάλιστα σε περιοχές που υπάρχουν συχνά προβλήματα με την τάση του ρεύματος.

Ποιές οι διαφορές μεταξύ του καλωδίου δικτύου Cat 5, Cat 5e, Cat 6, Cat6a, Cat7 και Cat8;

Ξεμπλέκουμε το μυστήριο των καλωδίων!

Τα καλώδια δικτύου Ethernet χρησιμοποιούνται για να συνδέσετε πάρα πολλές συσκευές. Τον σταθερό υπολογιστή με το modem router, την κονσόλα σας, τον εκτυπωτή δικτύου, ακόμα και το laptop σας σε περίπτωση που πάλι σταμάτησε να δουλευει το WiFi

Οταν θα πάτε να πάρετε ένα τέτοιο καλώδιο θα συναντήσετε κάποιες ορολογίες όπως Cat 5, Cat 5e, Cat 6, Cat6A, Cat7 και Cat8. Ποιό θα πρέπει να επιλέξετε; Ας δούμε παρακάτω.

 

CAT5

Cat 5 είναι το πιο συνηθισμένο καλώδιο. Μπορεί να διαχειριστεί ταχύτητα μέχρι 10/100 Mbps (Fast Internet)  και έχει εύρος στα 100 MHz

Πολλά νούμερα θα μου πείτε… αυτό που πραγματικά σημαίνει είναι οτι είναι αργό και έχει αποσυρθεί, όχι στην Ελλάδα βέβαια αφού όλες σχεδόν οι εγκαταστάσεις σε δημόσιες υπηρεσίες η ιδιωτικά εταιρικά δίκτυα, χρησιμοποιούν αυτό το καλώδιο μια και παραμένουμε πολύ πίσω στο θέμα των ταχυτήτων. Πλεον υπάρχουν καλώδια που μπορούν να δώσουν μεγαλύτερες ταχύτητες και πλέον αποσύρεται από την αγορά.

 

CAT5e

Cat 5e (Cat 5 ενισχυμένο) είναι το καλώδιο που πλέον χρησιμοποιείται για όλες τις καινούργιες συνδέσεις και νέες εγκαταστάσεις δικτύου, είδικά κατασκευασμένο για να μειώνεται το crosstalk (παρεμβολές μεταξύ του σήματος διαφορετικών κυκλωμάτων η καναλιών μεταξύ τους) είναι ένα βήμα μετά το Cat 5, και μπορεί να διαχειριστεί ταχύτητα ώς και 1000 Mbps (Gigabit Ethernet) στα 100 MHz.

 

CAT6

Το καλώδιο Cat 6 αποτελεί μία μεγάλη αναβάθμιση από το Cat 5e. Μπορεί να διαχειριστεί ταχύτητα μέχρι 10 Gigabit στα 250 MHz. Για να αντιμετωπίσει επίσης το θέμα του crosstalking (παρεμβολές) έχει εσωτερική θωράκιση που διαχωρίζει το ένα καλώδιο από το άλλο. Δίκτυα που να λειτουργούν μεταφέροντας τόσα δεδομένα που να χρειαστούν αυτό το καλώδιο δεν υπάρχουν πολλά στην χώρα μας (είναι και ακριβότερο καλώδιο σε σχέση με τα άλλα δύο) Για κάποιους που θα ήθελαν να δημιουργήσουν ένα δίκτυο στην εταιρεία τους η μία εγκατάσταση στο σπίτι τους αν μεταφέρουν πολλά δεδομένα το Cat 6 είναι το καλώδιο που θα επιλέξουν. Δεν πρόκειται ωστόσο να δείτε κάποια διαφορά επί του παρόντως απλά θα είσαστε έτοιμοι για το “μέλλον” όταν αυτό έρθει.

Ενδεικτικά ακόμα και στο VDSL σε ταχύτητα μέχρι 200Mbps που μέχρι αυτή την στιγμή είναι η μεγαλύτερη στην Ελλάδα για οικιακούς πελάτες, ένα καλώδιο Cat5e είναι αρκετό.

Κατηγορίες καλωδίων και μέγιστες ταχύτητες

CAT6A

Το Cat6a είναι, ως επί το πλείστον, όχι πολύ διαφορετικό από το Cat6, αλλά υπάρχουν κάποιες διαφορές που αξίζει να σημειωθούν. Το κόστος είναι περίπου 20-35% υψηλότερο από το Cat6, αλλά το μέγιστο μήκος καλωδίου είναι 100 μέτρα χωρίς απώλειες ταχύτητας. Η θεωρητική τελική ταχύτητα είναι 10 Gbps πάνω από 100 μέτρα καλωδίου. Το εύρος ζώνης μετάδοσης διπλασιάζεται επίσης, από 250 στα 500 MHz, και τα καλώδια Cat6a είναι συχνά θωρακισμένα, γεγονός που τα καθιστά ιδανικά για βιομηχανική χρήση.

Τα καλώδια Cat6A και πάνω έχουν θωράκιση ανά δύο ζεύγη καλωδίων αλλά και κεντρική, πράγμα που ελαχιστοποιεί της παρεμβολές και το crosstalking.


CAT7

Το πιο καινούργιο καλώδιο που κυκλοφορεί  είναι το Cat7, το οποίο είναι θωρακισμένο και απαιτεί σύνδεση GigaGate45. (διαφορετικά βύσματα δηλαδή από όλα τα προηγούμενα καλώδια δικτύου)   Οι ταχύτητες είναι πιο γρήγορες, σε μικρότερες αποστάσεις, μεγιστοποιώντας τα 100 Gbps σε αποστάσεις μικρότερες από 15 μέτρα και επαναφέροντας την μέγιστη ταχύτητα σε 10 Gbps σε μεγαλύτερες αποστάσεις.

To Cat7 είναι το πρώτο καλώδιο που μπορεί να φέρει τα βύσματα GG45 (GigaGate45) υπάρχει και σε έκδοση με βύσματα RJ45. Μπορεί να συνδεθεί με μελλοντικές υποδομές που υποστηρίζουν το GigaGate45 καθώς και να χρησιμοποιηθεί για σύνδεση υπολογιστή με υπάρχων δίκτυο οπτικών ινών μέσω αντίστοιχου αντάπτορα.

Στην Ελλάδα γίνεται κάποια περιορισμένη χρήση του αν έχετε δίκτυο Fiber to Home και αντίστοιχης τεχνολογίας modem/router του εμπορίου. Ακόμα και σε αυτές τις προϋποθέσεις κανείς πάροχος δεν μπορεί να δώσει ταχύτητες που να αξιοποιούν τις δυνατότητες του καλωδίου

CAT8

Υπάρχει επίσης ένα πρότυπο Cat8 που δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, και προς το παρόν δεν υπάρχουν υποδομή λειτουργίας του με θεωρητική απόδοση μεταφοράς στα 40 Gbps σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Αυτά τα  καλώδια “επόμενης γενιάς” του Cat7 και νεότερα είναι πιο κατάλληλες για βιομηχανικές εφαρμογές και  κέντρα δεδομένων, πάρα για οικιακή χρήση.

Τι είναι το GPT τι είναι το MBR κατά την διαμερισματοποίηση (Partitioning) μίας μονάδας δίσκου και ποιές οι διαφορές τους

Ξεκινώντας την εγκατάσταση στα Windows 8, 8.1 η στα 10 πιθανόν θα ερωτηθείτε αν θέλετε να χρησιμοποιήσετε στην διαμερισματοποίηση (Partitioning) το σύστημα MBR η το GPT. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα, το αναλύουμε παρακάτω.

Το GPT η GUID Partition Table, είναι ένα νέο πρωτόκολλο Partitioning με πολλές καινοτομίας συμπεριλαμβανομένων την υποστήριξη για μονάδες δίσκων μεγάλης χωρητικότητας και είναι απαιτούμενο στην πλειονότητα των σύγχρονων PC. Το παλαιότερο πρωτόκολο MBR θα πρέπει να το χρησιμοποιείτε πλέον μόνο αν το χρειάζεστε για λόγους συμβατότητας.

Η δομή ενός partition προσδιορίζει την δομή και των πληροφοριών μέσα στο partition, που ξεκινά αυτό και που τελειώνει και επίσης τον κώδικα που χρησιμοποιείται κατά την εκκίνηση αν από το συγκεκριμένο partition γίνεται και η εκκίνηση του λειτουργικού.

Αν έχετε πραγματοποιήσει στο παρελθόν partitioning και format σε μία μονάδα δίσκου η έχετε διαμορφώσει ένα Mac σε dual boot με Windows (εγκατάσταση δύο ταυτόχρονα λειτουργικών συστημάτων, τότε θα έχετε βρεθεί μπροστά στην επιλογή πρωτοκόλλου partition: Master Boot Record (MBR) και GUID Partition Table (Πίνακας διαμερίσματος) (GPT). Το GPT ως νέο πρωτόκολλο πλέον σταδιακά αντικαθιστά το MBR.

Το GPT εισάγει πολλές καινοτομίες αλλά το MBR παραμένει το πιο συμβατό και είναι ακόμα απαραίτητο σε πολλές περιπτώσεις.

Επίσης δεν χρησιμοποιείται μόνο στα Windows αλλά ακόμα και το Mac OS X, το Linux και άλλα λειτουργικά συστήματα επίσης μπορούν να χρησιμοποιήσουν GPT.

Περιορισμοί του MBR

Το MBR εμφανίστηκε για πρώτη φορά με το IBM PC DOS 2.0 το 1983. Η πλήρης του ονομασία είναι Master Boot Record γιατί το MBR είναι ένας ειδικός τομέας εκκίνησης (boot sector) που βρίσκεται στην έναρξη της μονάδας δίσκου.

Ο τομέας αυτός περιέχει έναν boot loader για το εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα και πληροφορίες σχετικά με τα διαμερίσματα (logical partitions) του του δίσκου. Ο boot loader είναι στη πραγματικότητα ένα κλάσμα κώδικα που συνήθως φορτώνει ένα μεγαλύτερο boot loader από κάποιο άλλο partition του δίσκου.

Αν έχετε εγκατεστημένα τα Windows το αρχικό κλάσμα κώδικα του boot loader βρίσκεται εκεί. Αυτός είναι και ο λόγος που μπορεί να χρειαστεί να επισκευάσετε το MBR αν έχει πρόβλημα και δεν ξεκινούν τα windows

Αν έχετε εγκατεστημένο Linux το λεγόμενο GRUB boot loader τυπικά βρίσκεται στο MBR.

Το MBR έχει αρκετούς περιορισμούς. Για αρχή, υποστηρίζει δίσκους μεγέθους μέχρι 2 TB, επίσης υποστηρίζονται μέχρι 4 πρωτεύοντα partitions – Αν θέλετε περισσότερα θα πρέπει να κάνετε ένα από τα πρωτεύοντα διαμερίσματα ως εκτεταμένο διαμέρισμα (extended partition) και να δημιουργήσετε ένα λογικό διαμέρισμα μέσα σε αυτό. Πολύ σπάνια περίπτωση μια και σχεδόν όλοι έχουν ολόκληρο τον δίσκο τους ως ένα διαμέρισμα και μάλλον δεν θα σας χρειαστεί ποτέ.

Το GPT είναι το νέο πρωτόκολλο που σταδιακά αντικαθιστά το MBR. Όπως το UEFI αντικαθιστά τους παλαιούς τύπους BIOS. Ετσι και το GPT αντικαθιστά το παλίο MBR με κάτι πιο σύγχρονο, το οποίο ονομάζεται GUID Partition Table γιατί κάθε διαμέρισμα στον δίσκο σας έχει ένα μοναδικό αναγνωριστικό (Globally Unique Identifier – τα αρχικά του GUID) με αυτό τον τρόπο κάθε διαμέρισμα διαμορφωμένο με GPT σε ολόκληρο τον κόσμο έχει το δικό του αποκλειστικό αναγνωριστικό.

Το GPT επίσης δεν έχει τους περιορισμούς του MBR. Οι δίσκοι που βασίζονται στο GPT μπορούν να είναι πολύ μεγαλύτεροι με τον περιορισμό του μεγέθους να βασίζεται πλέον μόνο στους περιορισμούς του λειτουργικού συστήματος και του συστήματος αρχείων του. Επίσης επιτρέπεται σχεδόν απεριόριστος αριθμός partitions με μόνο περιορισμό και πάλι το λειτουργικό σύστημα. Τα Windows π.χ επιτρέπουν μέχρι 128 partitions σε ένα δίσκο με GPT και δεν χρειάζεται extended partition για να λειτουργήσουν

Σε έναν δίσκο με MBR οι πληροφορίες διαμερισματοποίησης (partitioning) και οι πληροφορίες εκκίνησης (boot data) βρίσκονται αποθηκευμένες στο ίδιο σημείο. Αν αυτά τα δεδομένα διαγραφούν η καταστραφούν ο υπολογιστής δεν θα εκκινήσει και σχεδόν σίγουρα θα έχετε απώλεια δεδομένων. Σε αντίθεση το πρωτόκολο GPT αποθηκεύει πολλαπλά αντίγραφα αυτόν των δεδομένων μέσα στο δίσκο έτσι ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια σε περίπτωση βλάβης.

Το GPT επίσης αποθηκεύει τιμές Κυκλικού ελέγχου πλεονασμού (cyclic redundancy check – (CRC) ) για να ελέγξει ότι τα δεδομένα είναι ακέραια. Μπορεί έτσι να αντιληφθεί το πρόβλημα και να προσπαθήσει να επαναφέρει τα κατεστραμένα δεδομένα από άλλο σημείο του δίσκου. Το MBR δεν έχει τρόπο να γνωρίζει αν τα δεδομένα έχουν καταστραφεί. Θα το αντιλήφθητε μόνο όταν υπάρξει πρόβλημα και ο υπολογιστής δεν ξεκινήσει η κάποιο διαμέρισμα του δίσκου σας εξαφανιστεί.

Συμβατότητα

Το πρωτόκολλο GPT συνηθίζεται να συμπεριλαμβάνει μία δικλείδα ασφαλείας MBR (protective MBR). Αυτό περιέχει δεδομένα ότι ο δίσκος GPT έχει ένα μόνο partition που εκτείνεται σε ολόκληρο τον δίσκο.

Με αυτό τον τρόπο αν προσπαθήσετε να χρησιμοποιήσετε ένα παλιό πρόγραμμα διαχείρισης δίσκων MBR για να πραγματοποιήσετε αλλαγές σε ένα δίσκο GPT θα δείτε ένα μόνο partition. Αυτό εξασφαλίζει ότι τα παλιά προγράμματα δεν θα θεωρήσουν έναν δίσκο GPT ως μη διαμορφωμένο (unpartitioned) και θα επεναγράψουν επάνω του ένα νέο MBR διαγράφοντας έτσι τα δεδομένα.

Ενας δίσκος με GPT μπορεί να εκκινήσει στα Windows που έχουν BIOS νέου τύπου (UEFI) και τρέχουν 64-bit εκδόσεις Windows 10,8,7,Vista και τις αντίστοιχες εκδόσεις Windows για server.

Όλες οι προαναφερόμενες εκδόσεις των Windows μπορούν να διαβάσουν δίσκους με GPT και να τους χρησιμοποιήσουν για αποθήκευση δεδομένων, απλά δεν μπορούν να εκκινήσουν λειτουργικό σύστημα από αυτούς χωρίς UEFI BIOS

Άλλα σύγχρονα λειτουργικά συστήματα μπορούν επίσης να χρησιμοποιήσουν το GPT. Το Linux έχει ενσωματωμένη υποστήριξη για GPT ενώ τα Mac με επεξεργαστές Intel δεν χρησιμοποιούν πλέον το APT (Apple Partition Table) και αντί αυτού χρησιμοποιούν το GPT

Αν ξεκινήσετε εγκατάσταση σε έναν δίσκο το πιθανότερο πλέον είναι να χρησιμοποιήσετε το GPT. Είναι πιο σύγχρονο, έχει δικλείδες ασφαλείας και σύντομα θα γίνει το προβλεπόμενο για όλους τους υπολογιστές.

Αν θέλετε συμβατότητα με παλαιά συστήματα π.χ. την δυνατότητα να εκκινήσετε τα Windows από έναν υπολογιστή με παλαιού τύπου BIOS θα πρέπει ακόμα να χρησιμοποιήσετε το MBR.